Ἐλέω

Ἐλέω
Ἔλεος
masc/neut nom/voc/acc dual
Ἔλεος
masc/neut gen sg (doric aeolic)
Ἔλεος
masc nom/voc/acc dual
Ἔλεος
masc gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ελεώ — ελεώ, ελέησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ελεώ — ( έω) (AM ἐλεῶ) 1. αισθάνομαι έλεος, συμπόνια για κάποιον 2. δίνω ελεημοσύνη ή βοήθεια σ όσους έχουν ανάγκη 3. φρ. «Κύριε ἐλέησον» Κύριε, σπλαχνίσου μας, χάρισέ μας το έλεός σου μσν. νεοελλ. (το θηλ. μτχ. ως ουσ.) ἡ Ἐλεοῡσα προσωνυμία τής… …   Dictionary of Greek

  • ελεώ — ελέησα, ελεήθηκα, ελεημένος, μτβ. 1. αισθάνομαι για κάποιον έλεος, οίκτο, συμπάθεια, συμπόνια, συμπονώ. 2. δίνω σε κάποιον ελεημοσύνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐλεῶ — ἐλεάω pres imperat mp 2nd sg ἐλεάω pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἐλεάω pres ind act 1st sg (attic epic ionic) ἐλεάω pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) ἐλεάω pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic) ἐλεάω imperf ind mp 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεῷ — ἐλεάω pres opt act 3rd sg ἐλεός kitchen table masc dat sg ἐλεός kitchen table neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέω — ἔλεος pity masc nom/voc/acc dual ἔλεος pity masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐλέῳ — Ἔλεος masc/neut dat sg Ἔλεος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέῳ — ἔλεος pity masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐλέωι — Ἐλέῳ , Ἔλεος masc/neut dat sg Ἐλέῳ , Ἔλεος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέωι — ἐλέῳ , ἔλεος pity masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”